Η απολογία του δολοφόνου στις φυλακές Δομοκού: «Του πήρα το όπλο από τα χέρια και πυροβόλησα» – «Θα μας σκότωνε και τους δύο»
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ EUROKINISSI
Τη δική του εκδοχή για τι συνέβαινε μέσα στις φυλακές Δομοκού το τελευταίο διάστημα, αλλά και τα τελευταία λεπτά της δολοφονίας του 43χρονου ισοβίτη, περιγράφει στην απολογία του ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος του.
Ο 38χρονος Βούλγαρος, αναφέρεται στις σχέσεις του με το θύμα, τον αρχιφύλακα αλλά και το ρόλο του καθένα μέσα στις φυλακές Δομοκού.
Ο 38χρονος περιγράφει το ρόλο του 43χρονου μέσα στις φυλακές με τα πιο μελανά χρώματα: «Διαπίστωσα ότι ο 43χρονος ήταν αρχηγός στο κατάστημα κράτησης Δομοκού. Αυτό σημαίνει ότι προκειμένου να μεταφερθεί κάποιος από τους έγκλειστους στο ιατρείο ή να επιλέξει συνήγορο γενικώς στο κατάστημα κράτησης, έπρεπε να υπακούσει στις επιθυμίες και τις επιλογές του 43χρονου, ο οποίος επιβάλλονταν και εκτόξευε απειλές ποικιλοτρόπως κυρίως για τα αγαπημένα πρόσωπα».
Και συνεχίζει: «Σημειωτέον ότι ο 43χρονος γνώριζε ότι ο ο γιος μου ήταν 8 ετών και αυτό αποτελούσε την αχίλλειο πτέρνα μου. Ο συγκεκριμένος κρατούμενος ήταν ο μοναδικός από εμάς που ελάμβανε ειδική μεταχείριση και ήταν σε ολόκληρο κελί μόνος του καθώς δημιουργούσε κλίμα εκφοβισμού και σε κρατούμενους και σε υπαλλήλους.
Ενώ δεν είχαμε σχέσεις μεταξύ μας ο ίδιος το τελευταίο διάστημα ήθελε να μου επιβληθεί και το κατάφερε αναγκάζοντάς με να αναζητήσω νέο συνήγορο γιατί εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτημα περί εκδόσεως μου στην Ολλανδία ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι είχα συνήγορο τον οποίο και εμπιστευόμουν.
Εγώ, δεν ήθελα να φέρω αντίρρηση καθώς γνώριζε ότι αν αυτός επιθυμούσε, δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να κοπούν οι πενιχρές παροχές για τους έγκλειστους στο κατάστημα κράτησης, ακόμη και μία επίσκεψη στο ιατρείο»
Η συνάντηση στο αρχειοφυλακείο
Στις επόμενες γραμμές εξηγεί τη συνάντηση στο αρχειοφυλακείο. «Την 15η Φεβρουαρίου αποφάσισα να ακολουθήσω τις διαταγές του 43χρονου και να συζητήσω με τον αρχιφύλακα προκειμένου να αναζητήσω νέο δικηγόρο για την εκδίκαση της έφεσης μου ενώπιον του Αρείου Πάγου η οποία μάλιστα είχε προσδιοριστεί για τις 18 Φεβρουαρίου δηλαδή τρεις μόνον ημέρες μετά το συμβάν εντός του αρχιφυλακείου.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι ήταν εντελώς παράλογο από μέρους μου να εμπλακώ στη συμπλοκή με έτερο κρατούμενο λίγο πριν εκδικαστεί η έφεση μου. Δεν είχα κανέναν απολύτως λόγο να πράξω κάτι τέτοιο και με έναν κρατούμενο ο οποίος είχε αρχηγική θέση μεταξύ των κρατουμένων της φυλακής.
Ο 43χρονος ζήτησε από τον αρχιφύλακα να πάνε να μιλήσουμε στο δωμάτιο του παλιού αρχιφυλακίου και συνέχεια κατευθυνθήκαμε όλοι μαζί στο γραφείο του παλιού αρχιφυλακίου το οποίο πλέον χρησιμοποιείται από υπαλλήλους ως χώρος πολλαπλών χρήσεων. Στην αρχή στο χώρο αυτό βρίσκονταν οι ανωτέρω και στη συνέχεια ο 43χρονος είπε να αποχωρήσει από το δωμάτιο αυτό καθώς θέλει να τα βρει με τον αρχιφύλακα. Ο Αλκέτ Ριζάι, αποχώρησε από το χώρο αυτό και παραμείναμε οι τρεις μας δηλαδή εγώ, ο 43χρονος και ο υπαρχιφύλακας με κλειστή την πόρτα.
Ο 43χρονος από την αρχή που ήμασταν όλοι στο δωμάτιο απειλούσε τον αρχιφύλακα λόγω της προαναφερόμενης μεταγωγής του και ήταν φανερά εκνευρισμένος. Όσο βρισκόμουν στο χώρο και ο 43χρονος συνομιλούσε με τον αρχιφύλακα για το θέμα του, σε μένα ο 43χρονος, είπε ότι θα μιλήσουμε στο γραφείο αυτό για το διορισμό του δικού μου δικηγόρου, παρατήρησα ότι ο συγκεκριμένος είχε το χέρι του συνεχώς στην δεξιά τσέπη του. Άρχισα να διαπιστώνω ότι χρησιμοποίησε ως πρόφαση την ανεύρεση νέου συνήγορου, καθώς είχε σκοπό να βρεθεί στο ίδιο δωμάτιο με τον αρχιφύλακα, χωρίς να κινήσει υποψίες καθώς ήταν γνωστή η συνθήκη μεταφοράς των κρατουμένων ανά δύο για λόγους ασφαλείας τους.
Αντελήφθην λοιπόν, ότι μου είπε δήθεν να με συνοδεύσει στην ανεύρεση δικηγόρου προκειμένου να μην κινήσει υποψίες, επιθυμώντας εν τέλει, να συναντηθεί με τον αρχιφύλακα καθώς αν το ζητούσε αυτό μόνο, θα ήταν ιδιαίτερα περίεργο λόγω της κάκιστης σχέσης μεταξύ τους».
Η δολοφονία
Και σε αυτό το σημείο, αρχίζει να ξεδιπλώνει το ματωμένο σκηνικό: «Όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα όλο και βεβαιωνόμουν ότι με είχε χρησιμοποιήσει, προκειμένου να βρεθεί μόνος μαζί του για να του επιτεθεί και όχι φυσικά και να με βοηθήσει στην επικείμενη εκδίκαση της εφέσεως μου.
Αυτές οι υποθέσεις επιβεβαιώθηκαν, όταν ξαφνικά είδα τον 43χρονο να βγάζει με μία απότομη κίνηση ένα όπλο από τη δεξιά του τσέπη προκειμένου να επιτεθεί στον αρχιφύλακα. Τη στιγμή αυτή και δίχως να σκεφτώ πολύ αισθανόμενος έντονα το φόβο ότι θα το στρέψει εναντίον μου, αφού δεν με χρειάζονταν πια, αμέσως μπήκα στη μέση μεταξύ του αρχιφύλακα και του 43χρονου με κίνδυνο της ζωής μου, του πήρα το όπλο από τα χέρια και πυροβόλησα.
Είναι σίγουρο ότι αν δεν το είχα κάνει αυτό θα με είχε σκοτώσει και τον αρχιφύλακα και εμένα. Όταν τον είδα να πέφτει, πέταξα το όπλο δίπλα του και αμέσως παραδόθηκα. Δεν θυμάμαι αν μέσα στον πανικό μου απευθύνθηκα στον αρχιφύλακα πάντως εκείνη τη στιγμή και έχοντας ζήσει τον απόλυτο τρόμο σε ένα δωμάτιο με έναν ένοπλο έγκλειστο η πρώτη μου σκέψη ήταν να σώσω τις ζωές μας ενστικτωδώς. Δεν σκέφτηκα να σώσω τη ζωή του αρχιφύλακα και μετέπειτα τον εαυτό μου καθώς προς εκείνον έστρεψε πρώτα το όπλο 43χρονος».



